ἐπίσταμαι


ἐπίσταμαι
ἐπίσταμαι знать (ср. нем. ver|stehen, англ. under|stand); (с. inf. уметь делать что, ср. фр. savoir vivre)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπίσταμαι" в других словарях:

  • επίσταμαι — ἐπίσταμαι (AM) 1. γνωρίζω πώς να κάνω κάτι, είμαι ικανός να ενεργήσω («ὅστις ἐπίσταιτο ᾖσι φρεσὶν ἄρτια βάζειν», Ομ. Ιλ.) 2. είμαι βέβαιος, έχω πεποίθηση («ἐπίστασθαι ὡς βουκόλου τοῡ Ἀστυάγεος εἴη παῑς», Ηρόδ.) 3. γνωρίζω καλά («πολλὰ δ’ ἐπίστατο …   Dictionary of Greek

  • ἐπίσταμαι — ἐφίστημι set pres ind mp 1st sg (ionic) ἐπίσταμαι know pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστᾶμαι — ἐπιστάζω let fall in drops upon fut ind mid 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίσταμ' — ἐπίσταμαι , ἐφίστημι set pres ind mp 1st sg (ionic) ἐπίσταμαι , ἐπίσταμαι know pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίστῃ — ἐπίσταμαι know pres subj mp 2nd sg ἐπίσταμαι know pres ind mp 2nd sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστηθείς — ἐπίσταμαι know aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστηθῆναι — ἐπίσταμαι know aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστηθῇ — ἐπίσταμαι know aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίσταιο — ἐπίσταμαι know pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίστεαι — ἐπίσταμαι know pres ind mp 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίστησθε — ἐπίσταμαι know pres subj mp 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)